Search
el-GRen-GB
Language

Τριμηνιαίες Εκθέσεις

Τριμηνιαία Έκθεση, Μάρτιος 2026

Κύρια σημεία της Τριμηνιαίας Έκθεσης (Μάρτιος 2026)

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να καταγράφει ανθεκτικές μακροοικονομικές επιδόσεις, παρότι το διεθνές περιβάλλον καθίσταται ολοένα πιο αβέβαιο εξαιτίας της γεωπολιτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή. Η όξυνση της σύγκρουσης επιδρά αρνητικά στις διεθνείς μακροοικονομικές προοπτικές, ενισχύοντας τους κινδύνους για τις αγορές ενέργειας, το διεθνές εμπόριο, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. Η έκταση των επιπτώσεων για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία θα εξαρτηθεί πρωτίστως από τη διάρκεια της σύγκρουσης και από το εάν οι διαταραχές στις ροές ενέργειας αποκτήσουν πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο αυτό, η βασική εκτίμηση του Γραφείου για τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ το 2026 αναθεωρείται οριακά προς τα κάτω σε σχέση με την Έκθεση του Δεκεμβρίου 2025 και διαμορφώνεται στο 2,0%, έναντι 2,1% στην Έκθεση του Δεκεμβρίου 2025, με εύρος πρόβλεψης που περιλαμβάνει τις τιμές 1,7% έως 2,4%. Ολόκληρο το εύρος της αναθεωρημένης πρόβλεψης ενσωματώνει την υπόθεση της διατήρησης της τιμής πετρελαίου τύπου Brent στα 90 δολάρια το βαρέλι, κατά μέσο όρο, για όλο το 2026. Οι εκτιμήσεις του ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ ως προς το κάτω μέρος του εύρους από 1,9% έως 1,7%, αντανακλούν κυρίως την διατήρηση της τιμής του πετρελαίου τύπου Brent σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα (άνω των 90 έως και 100 δολαρίων το βαρέλι) για όλο το 2026 καθώς και ενδεχόμενη περιορισμένη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ λόγω των πληθωριστικών πιέσεων στην οικονομία της Ευρωζώνης. Σημειώνεται ότι οι αναθεωρημένες προβλέψεις του Γραφείου ενσωματώνουν τα μέτρα στήριξης ύψους 300 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκαν στις 23 Μαρτίου 2026.
Για το 2025 συνολικά, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2,1%, ενώ παρουσίασε αύξηση 2,4% για το τέταρτο τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2024 (προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ). Η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη παραμένει ασθενής (1,4%). Σε αυτή την θετική επίδοση του ΑΕΠ συνετέλεσαν η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (2,5%), η αύξηση των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών (2,7% συνολικά, -1,1% για υπηρεσίες και 7,1% για αγαθά) και η αύξηση των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου κατά 14,0%. Για το έτος 2025 συνολικά, η κατανάλωση κατέγραψε αύξηση 2,0%, ενώ και οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου κατέγραψαν αξιοσημείωτη αύξηση κατά 8,9% σε σχέση με το 2024 (4,5%) μειώνοντας το κενό επενδύσεων ως προς το ΑΕΠ σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ο πληθωρισμός σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ ανήλθε τον Φεβρουάριο του 2026 στο 3,1% και εξακολουθεί να βρίσκεται αρκετά πάνω από τον μέσο πληθωρισμό στην Ευρωζώνη (1,9%), γεγονός που δυσχεραίνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα έναντι των εταίρων μας. Επομένως, προκειμένου να μετριασθούν και οι δευτερογενείς επιπτώσεις του νέου ενεργειακού σοκ, είναι κρίσιμης σημασίας η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μέτρων συγκράτησης των τιμών με την χρήση ψηφιακής τεχνολογίας για την άμεση ενημέρωση από τις επιχειρήσεις προς την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή των παραμέτρων κόστους και τιμών σε κάθε στάδιο της (εφοδιαστικής) αλυσίδας των προϊόντων. Με αυτό τον τρόπο ενισχύεται η άμεση παρακολούθηση του μεικτού περιθωρίου κέρδους σε κάθε στάδιο, επιτυγχάνεται ο γρήγορος εντοπισμός φαινομένων αύξησης τιμών μη-αιτιολογημένων από ανάλογη αύξηση του κόστους, τόσο σε ενδιάμεσα στάδια όσο και στο τελικό στάδιο. Η ψηφιακή συλλογή των παραμέτρων κόστους και τιμών διευκολύνει την επεξεργασία τους με εφαρμογή στατιστικών μεθόδων και μεθόδων μηχανικής μάθησης “εντάσεως δεδομένων” (data-driven methods), και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον εντοπισμό πραγματικών περιπτώσεων τέτοιων φαινομένων. Τέλος, η αυστηρή εφαρμογή της ψηφιακής ενημέρωσης των παραμέτρων κόστους και τιμών ενδεχόμενα να λειτουργήσει και αποτρεπτικά στην επιβολή μη-αιτιολογημένα αυξημένων τιμών.
Η δυσχέρεια στη διεθνή ανταγωνιστικότητα έναντι των εταίρων μας εξακολουθεί να απεικονίζεται στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών το οποίο, παρά τη μείωση του ελλείμματός του, το 2025, στο 5,7% του ΑΕΠ (έναντι ελλείμματος 7,2% το 2024 και 6,8% το 2023), παραμένει σημαντικά ελλειμματικό. Αυτό ενδέχεται να αποτελεί εμπόδιο για την περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας από διεθνείς οίκους αξιολόγησης.
Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα συνέχισε να μειώνεται. Σύμφωνα με τα τριμηνιαία στοιχεία της Eurostat, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας το δ’ τρίμηνο του 2025 ανήλθε σε 8,4% έναντι 9,6% το ίδιο τρίμηνο του προηγούμενου έτους. Ο αριθμός των ανέργων το δ’ τρίμηνο του 2025 ανήλθε σε 399 χιλιάδες άτομα, μειωμένος κατά 56 χιλιάδες άτομα σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2024 (μείωση 12,3%). Παρότι οι γυναίκες συνεχίζουν να παρουσιάζουν σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας από τους άνδρες (10,7% και 6,5% το δ’ τρίμηνο του 2025, αντίστοιχα), σημειώθηκε μείωση και για τα δύο φύλα το τελευταίο έτος (από το δ’ τρίμηνο του 2024 στο ίδιο τρίμηνο του 2025): -1,1 ποσοστιαίες μονάδες για τους άνδρες και -1,4 ποσοστιαίες μονάδες για τις γυναίκες. H ανεργία των νέων 15-29 ετών μειώθηκε σε 15,2% το δ’ τρίμηνο του 2025 έναντι 18,6% το δ’ τρίμηνο του 2024 (μείωση κατά 3,4 ποσοστιαίες μονάδες). Με βάση τα τριμηνιαία εποχικά διορθωμένα στοιχεία της Eurostat, το σύνολο των απασχολουμένων το δ’ τρίμηνο του 2025 ανήλθε σε 4,37 εκατομμύρια άτομα, αριθμός αυξημένος κατά 73 χιλιάδες άτομα σε σχέση με το δ’ τρίμηνο του 2024 (αύξηση 1,7%).
Σχετικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις, για το δωδεκάμηνο Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2025 το Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα Γενικής Κυβέρνησης με προσαρμογές καταγράφει πλεόνασμα 12.668 εκατ. ευρώ (5,1% του ΑΕΠ), αυξημένο κατά 1.240 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο του 2024. Τα φορολογικά έσοδα παρουσιάζουν σημαντική αύξηση, με κύριες πηγές αυτής να αποτελούν ο φόρος εισοδήματος κατά 2.550 εκατ. ευρώ, και τα έσοδα από τον ΦΠΑ κατά 1.429 εκατ. ευρώ. Στην πλευρά των δαπανών του Κρατικού Προϋπολογισμού παρατηρείται αύξηση κατά 3.223 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο δωδεκάμηνο του 2024, η οποία αποδίδεται στην αύξηση των πρωτογενών δαπανών κατά 2.215 εκατ. ευρώ και την αύξηση των δαπανών ΠΔΕ και ΤΑΑ κατά 1.296 εκατ. ευρὠ.

***

Αναφορικά με το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο παρατεταμένων αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας και εντείνει την αβεβαιότητα ως προς τις παγκόσμιες μακροοικονομικές προοπτικές. Οι διαταραχές στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο οδηγούν σε άνοδο του ενεργειακού κόστους, αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Αρνητικές επιπτώσεις, επίσης, αναμένονται στο κόστος γεωργικής παραγωγής λόγω πιέσεων στις διεθνείς αγορές λιπασμάτων. Παρότι η διεθνής οικονομία εμφανίζεται σήμερα πιο ανθεκτική απέναντι σε ενεργειακές διαταραχές σε σύγκριση με το παρελθόν, η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σημασία της ενεργειακής διαφοροποίησης, της αποτροπής δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων και της παροχής στοχευμένης στήριξης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης αναδεικνύουν με σαφήνεια τη σημασία της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Τις τελευταίες εβδομάδες, μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, παρατηρείται αύξηση των αποδόσεων και διεύρυνση των spreads, καθώς οι επενδυτές ζητούν υψηλότερο risk premium για να διακρατήσουν κρατικό χρέος, ιδίως χωρών με αυξημένες δημοσιονομικές ευπάθειες. Είναι εύλογο ότι κράτη με συγκριτικά υψηλότερο λόγο χρέους ως προς το ΑΕΠ, όπως είναι η Ελλάδα, παραμένουν περισσότερο εκτεθειμένα σε ένα τέτοιο περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας. Για τον λόγο αυτόν, σε σχέση με την ελληνική οικονομία, η σταθερή και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους πρέπει να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής, ώστε η χώρα να απομακρυνθεί σταδιακά από τη θέση της ως η πλέον επιβαρυμένη οικονομία της Ευρωζώνης. Την ανάγκη αυτή έχουμε άλλωστε επισημάνει και σε προηγούμενες εκθέσεις (Δεκέμβριος 2025 και Οκτώβριος 2025), υπογραμμίζοντας ότι η περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους και η συνεπαγόμενη επιπλέον ενίσχυση της εμπιστοσύνης των αγορών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση ευνοϊκών όρων χρηματοδότησης και την ενίσχυση της αναπτυξιακής δυναμικής της οικονομίας.

***

Highlight στην Έκθεση του ΓΠΚΒ, η ανάλυση σχετικά με τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα, με έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η ανάλυση αξιοποιεί τόσο μακροοικονομικά δεδομένα όσο και μικροοικονομικά στοιχεία για τις επιχειρήσεις, από βάσεις δεδομένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

 

Η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση επενδύσεων, την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και, ευρύτερα, τη μεγέθυνση της οικονομίας. Στην Ελλάδα, παρά τη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών μετά την κρίση χρέους, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυσχέρειες. Για να κατανοηθούν οι δυσχέρειες αυτές, η παρούσα ανάλυση αξιοποιεί τόσο μακροοικονομικά δεδομένα όσο και μικροοικονομικά στοιχεία, σε επίπεδο επιχείρησης, από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (εφεξής ΕΚΤ). Ο συνδυασμός αυτός επιτρέπει να εξεταστούν όχι μόνο η προσφορά και οι όροι της εξωτερικής χρηματοδότησης από τις τράπεζες, αλλά και η πραγματική δυνατότητα πρόσβασης των επιχειρήσεων σε αυτήν. Τα μακροοικονομικά δεδομένα προέρχονται από την γενική βάση της ΕΚΤ, ενώ τα μικροοικονομικά από την έρευνα SAFE της ΕΚΤ/Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“Survey on the Access to Finance of Enterprises”), η οποία καταγράφει τις εμπειρίες και τις αντιλήψεις των ίδιων των επιχειρήσεων ως προς την πρόσβασή τους σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Η περίοδος αναφοράς εκτείνεται από το 2010 έως το 2025 και εξετάζει, μεταξύ άλλων, την εξέλιξη του κόστους δανεισμού, της διαθεσιμότητας και της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε τραπεζική χρηματοδότηση στην Ελλάδα, σε σύγκριση με τις χώρες της περιφέρειας της ευρωζώνης, δηλαδή την Κύπρο, την Ιρλανδία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Σλοβενία και την Ισπανία.
Η ανάλυση του Γραφείου καταδεικνύει ότι, παρά τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών τραπεζικής χρηματοδότησης τα τελευταία έτη, οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα —και ιδίως οι μικρομεσαίες— εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν εντονότερες χρηματοδοτικές δυσχέρειες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις των λοιπών χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης. Αν και το κόστος δανεισμού παραμένει διαχρονικά υψηλότερο στην Ελλάδα, μετά το 2022 καταγράφεται σαφής τάση σύγκλισης με τις χώρες της περιφέρειας, η οποία κορυφώνεται το 2025, όταν το κόστος δανεισμού σχεδόν εξισώνεται. Ωστόσο, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανεισμού, καθώς και οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων, παραμένουν συστηματικά υψηλότερα, παρά την εμφανή αποκλιμάκωσή τους από το 2023 και μετά. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες παραμένουν οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς οι κατηγορίες αυτές αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων και στηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας. Τέλος, η ανάλυση επισημαίνει ότι βασικοί παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση χρηματοδοτικών εμποδίων είναι το μικρό μέγεθος της επιχείρησης, η επιδείνωση του κύκλου εργασιών, η ασθενής κεφαλαιακή βάση, το επιβαρυμένο πιστωτικό ιστορικό και η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν πιστωτικό κίνδυνο. Παρά τη βελτίωση της διαθεσιμότητας δανειακών κεφαλαίων και την εξάλειψη του τραπεζικού χρηματοδοτικού κενού κατά την τελευταία διετία, η περαιτέρω άμβλυνση των χρηματοδοτικών περιορισμών αναδεικνύεται σε κρίσιμη προϋπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, ιδίως όσον αφορά καινοτόμες επιχειρήσεις που επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και σε άυλο κεφάλαιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις. Στο πλαίσιο αυτό, το Γραφείο προκρίνει παρεμβάσεις πολιτικής που αφορούν την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και την ανάπτυξη εναλλακτικών μη τραπεζικών πηγών χρηματοδότησης για μικρές επιχειρήσεις ώστε να διευρυνθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση.

Print
81

Επικοινωνία

Όροι χρήσηςPrivacy StatementCopyright 2026 Βουλή των Ελλήνων
Επιστροφή πάνω